Η αρχαία σκουριά

Share on Facebook0Tweet about this on TwitterShare on Google+0

photo-1

Αποσπάσματα από το ομώνυμο βιβλίο της Μάρως Δούκα

Συλλογίζομαι πως αν όλες οι πολυκατοικίες στη Στουρνάρα και στην οδόν Πολυτεχνείου άνοιγαν διάπλατα τις πόρτες και τα παράθυρα, αν φώτιζαν όλα τα δωμάτια και τα μπαλκόνια, ετούτα τα μεσάνυχτα δε θα μπορούσαν να μας μακελέψουν. Κι ήξερα πως, ό,τι γίνει απόψε εδώ, θα γίνει με την ανοχή των πολυκατοικιών – της σιωπηλής πλειοψηφίας. Κι αυτό που λέει ο Φραντς Φανόν για τους δειλούς και τους προδότες, ήταν εδώ ακριβώς που εφάρμοζε απόλυτα. Αναρωτιόμουν τι να κάνουν στα σπιτάκια τους. Να κοιμούνται άραγε; […] ζητούμε να μας δώσουν από μέσα βενζίνη να φτιάξουμε καμιά μολότωφ, εδώ αυτοί μας βαρούν στο ψαχνό κι εμείς ούτε ξυλαράκια για προσάναμμα. Αλλά δε θέλουν οι επιτροπές, δεν εγκρίνουν αυτήν τη μορφή πάλης· επειδή ο εμφύλιος, ω εμφύλιε.  

Κι εγώ που θ’ αντιστέκομαι στα συνθήματα και στους εύκολους μελλοντισμούς, εγώ επίσης θα τους ανακινώ δακρύβρεχτους μέσα μου, επειδή αδύνατο να ξεχάσω πάνω στον πάγκο ένα παιδί γεμάτο αίματα στο στήθος. Το κοιτάζαμε και δεν ξέραμε πώς να το βοηθήσουμε. Αυτό γελούσε και μας έδινε κουράγιο κι εμείς κοιτάζαμε τους κόκκινους λεκέδες σαν υπνωτισμένοι. Το δέναν να σταματήσει η αιμορραγία κι αλλού ζουλούσαν τα τραύματα κι έβγαιναν αφροί. Έβλεπα το συνάδελφο δίπλα μου που έχωνε στις πληγές τα χέρια του. Το αίμα με τύφλωνε. Με το πρόσχημα ότι λιποθυμώ, βγήκα απ’ την αίθουσα όπου είχαμε στήσει το πρόχειρο ιατρείο. Έτρεξα στην καγκελόπορτα. Το θωρακισμένο της Αστυνομίας έριχνε από την Γ΄ Σεπτεμβρίου. Σκορπισμένοι εδώ κι εκεί έξω στο δρόμο, όσοι απόμεναν, σύναζαν τ’ αποκαΐδια. Είχαν φτάσει κι έσβηναν με τα ούρα τους τις φωτιές που άναβαν για να καίνε τ’ αέρια. Απ’ τα κάγκελα τους δίναν μπαμπάκι, βαζελίνη, νερό. Κάθε τόσο: Μπράβο αγωνιστές, μπράβο ήρωες του ’21. Πλάι μου έστεκε ένας που φώναζε κι επευφημούσε τους απ’ έξω, μου φάνηκε πως τ’ αντιμετώπιζε σαν καθήκον να κρατά με τα μεγάλα λόγια του συντροφιά σ’ όσους σταματούσαν μια στιγμή ν’ ανασάνουν κι ύστερα ξανάτρεχαν μες στη φωτιά, στα σκοτεινά – ήταν ένα θέαμα που έλεγα καλύτερα να πεθάνω τώρα. Στων πολλών το θάνατο, θάνατος δε λογάται· κι ήθελα να πεθάνω με τους διακόσιους εδώ απ’ έξω. Κι ευγνωμονούσα την τύχη μου που έγινα αριστερή. […]

Έχομε πληροφορηθεί ότι άρχισαν να κινούνται τανκς με κατεύθυνση το Πολυτεχνείο, ωστόσο πιστεύομε ότι πρόκειται για εκφοβισμό και τρομοκρατία. Τ’ ασφυξιογόνα που έριξαν ήταν η απόδειξη πως έχουν χάσει την ψυχραιμία τους. Ήθελαν να πανικοβάλουν και να διαλύσουν τις χιλιάδες του κόσμου που μας παραστέκονταν. Οι διαδόσεις μας ενθαρρύνουν ότι άρχισαν να δημιουργούνται εστίες αντιπερισπασμού. Με την έκταση που πήρε η κατάληψη, την απήχηση που έχει, θα ‘ναι σα να σκάβουν το λάκκο τους αν μας επιτεθούν. Και γενικά καθήκον μας αυτήν τη νύχτα, να ελπίζουμε. Απόψε πεθαίνει ο φασισμός και το πιστεύομε. […]

Εκείνη τη στιγμή έπεσε κι άλλος χτυπημένος πάνω στην τσιμέντινη νησίδα του δρόμου. Τον βλέπει η μικρή και κόβει τη λογοδιάρροια, έσφιγγε τα κάγκελα μ’ απόγνωση. Κοιτάζω το ρολόι μου, ώρα 11.30΄, αυτήν την ώρα που οι ποιητές λουφάζουν και μετά, όταν θα βγαίνουν και θ’ αερίζουν τα στιχάκια τους, θα επιμένουν κιόλας ότι το Πολυτεχνείο ανήκει στη σιωπή. Μα το Πολυτεχνείο δεν τους ανήκει. Και δεν μπορούσα ώρα 11:30΄ να φανταστώ το τέλος αυτής της νύχτας. Ψάλλουν τον Εθνικό Ύμνο. Τ’ αυτοκίνητα του Ερυθρού Σταυρού δυσκολεύονται απ’ τους πυροβολισμούς να σταματήσουν μπροστά στην πόρτα. Ψηλά, στο ταρατσάκι του θυρωρείου υπάρχουν ακόμη παιδιά.

Συλλογίζομαι πως αν όλες οι πολυκατοικίες στη Στουρνάρα και στην οδόν Πολυτεχνείου άνοιγαν διάπλατα τις πόρτες και τα παράθυρα, αν φώτιζαν όλα τα δωμάτια και τα μπαλκόνια, ετούτα τα μεσάνυχτα δε θα μπορούσαν να μας μακελέψουν. Κι ήξερα πως, ό,τι γίνει απόψε εδώ, θα γίνει με την ανοχή των πολυκατοικιών – της σιωπηλής πλειοψηφίας. Κι αυτό που λέει ο Φραντς Φανόν για τους δειλούς και τους προδότες, ήταν εδώ ακριβώς που εφάρμοζε απόλυτα. Αναρωτιόμουν τι να κάνουν στα σπιτάκια τους. Να κοιμούνται άραγε;[…]ζητούμε να μας δώσουν από μέσα βενζίνη να φτιάξουμε καμιά μολότωφ, εδώ αυτοί μας βαρούν στο ψαχνό κι εμείς ούτε ξυλαράκια για προσάναμμα. Αλλά δε θέλουν οι επιτροπές, δεν εγκρίνουν αυτήν τη μορφή πάλης· επειδή ο εμφύλιος, ω εμφύλιε. Αυτοί που στοίχειωσαν στους Λίβανους και στις Γκαζέρτες και στις Βάρκιζες, γιατί δε δένουν καλύτερα μια πέτρα στο λαιμό τους να πάνε γρηγορότερα στον πάτο οι πνιγμένοι· δε γουστάρω ρε μαλάκα άλλες ήττες, μπήκες; Αόρατη κι όμως πανταχού η Συντονιστική – άντε δίνε του με τα βελουχιώτικά σου, άντε ανάρχα αριστεριστή, προβοκάτορα βομβιστή, μικροαστέ εξτρεμιστή, κι όλα τα σκατά στο στόμα τους. Μετά εμφανίζεται η Ελένη, έχουμε πολλούς βαριά τραυματισμένους, αρκετούς νεκρούς. Κηρύχτηκε στρατιωτικός νόμος, τανκς κατευθύνονται προς εμάς, αλλά εμείς η ψυχωμένη μεραρχία με τα χαρτομάντιλα και τα τσιγάρα, τις σοκολάτες και τα μπισκότα θα τους υποβάλουμε τους όρους μας:

Α) Η εκκένωση να γίνει ώρα πρωινή, το ενωρίτερο στις οχτώ, ώστε να έχει αρχίσει η κίνηση στους δρόμους

Β) Να παρευρίσκονται τα ξένα διπλωματικά σώματα και εκπρόσωποι του Ερυθρού Σταυρού για να παραλάβουν τους τραυματίες

Γ) Ζητούμε εγγύηση ότι βγαίνοντας δε θα μας λιντσάρουν

Αν αρνηθούν τους όρους μας εμείς δεν θ’ ανοίξουμε την καγκελόπορτα. Έτσι κι αλλιώς το ίδιο παλούκωμα θα επακολουθήσει. Το φρόνημα όλων μας είναι υψηλό εις τους αιώνας – σφάξε με αγά μου ν’ αγιάσω, χορωδιακώς σφάξε με, σαν ρεμπέτικο παλιό αγά μου από σένα ελπίζω την αθανασία μου, στεντόρεια, διθυραμβικά σφάξε με, σφάξε με.

Το τανκ προχωρούσε, μ’ έπαιρνε το κύμα προς τα πίσω. Με τα χέρια στις τσέπες του παλτού μου έτρεχα και άκουγα τ’ αναφιλητά μου – κάτι σαν ουρλιαχτά ζώου, πάσχιζα να χωθώ στον εαυτό μου για να γλιτώσω. Έξω από τη Σχολή Μηχανολόγων μαζεύτηκα ανακούρκουδα σε μια γωνιά κι έκλαιγα. Γυρίζει ένας και μου λέει κουράγιο συντρόφισσα. Ανασηκώθηκα και στάθηκα ίσια. Έβγαλα τα χέρια απ’ τις τσέπες κι έσιαξα τα μαλλιά μου. Έβλεπα το τανκ με τις μπούκες του στραμμένες στην Αρχιτεκτονική. Οι φαντάροι έπαιρναν θέσεις. Κάτι φώναζε ένας με γαλόνια. Κοίτα τα περασιά στις μασχάλες του έλεγα. Είδα την οδόν Τοσίτσα γεμάτη μπάτσους. Οι φαντάροι, φαίνεται, πυροβόλησαν. Φωνάζομε μεταξύ μας να καθίσουμε όλοι κάτω. Στέκομαι αποξεραμένη και περιμένω. Δυο, τρία δευτερόλεπτα η σιωπή βάθαινε και ρίζωνε.

Άρχισε η υποχώρηση με τα χέρια ψηλά, κατά ομάδες. Με παίρνει το πλήθος και προχωρώ, με λαχτίζουν τα κοντάκια των φαντάρων, τώρα λέω και θα μου την ανάψουν πισώπλατα. Νιώθω σπόνδυλο σπόνδυλο τη ραχοκοκκαλιά μου και τον τρόμο, που τη συναρμολογεί λεπτεπίλεπτα. Μπερδεύονται τα πόδια μου, σκυβω μπροστά, παρ’ ολίγο να σωριαστώ. Περνώ την καγκελόπορτα, πατώ αίματα και προκηρύξεις. Οι φαντάροι μας γιουχάρουν και χτυπούν τις αρβύλες τους στην άσφαλτο σαν να κάνουν ξου ξου στα ζωντανά, κι εμείς προχωρούμε σκυφτά, σκοντάφτομε στα βήματά μας και τρέμομε. Γωνία Τοσίτσα μ’ αρπάζουν απ’ τα μαλλιά δυο ασφαλίτες. Πάω να τους ξεφύγω, ένας φαντάρος με πιάνει απ’ το μπράτσο, βλέπω τα δάκρυα στα μάτια του. Κάτι μου ψιθυρίζει, αλλά δεν πρόλαβε. Οι μπάτσοι τον κάνουν πέρα, προσπαθώ ν’ αντισταθώ και ζαλίζομαι απ’ τον πόνο. Τους άφησα να με σέρνουν προς την κλούβα και με λάχτιζαν στην κοιλιά. Μ’ ακούμπησαν στην πόρτα και με χτυπούσαν με τις γροθιές τους στο πρόσωπο. Μ’ αδειάζουν σ’ ένα κάθισμα κι αποξεχνιέμαι με τα βαθουλώματα που κάνει το κλάμα μου. Τ’ αγόρι δίπλα μου μ’ αγκαλιάζει. […]

Η κλούβα σταμάτησε έξω απ’ τη Γενική. Πώς σε λένε; τον ρώτησα. Και μου ‘πε Γιάννης. Χωρίς να με ρωτήσει, εμένα Μυρσίνη του είπα. Ύστερα μας τραβούσαν, γρήγορα τομάρια, γρήγορα κέρατα. Μας χτυπούν με τα γκλοπ, ένας ένας ανεβαίνομε τα σκαλιά, όποιον πάρει το χτύπημα. Εκεί σκίζεται το φρύδι του Γιάννη κι ανεβαίνομε. Προσέχω το αίμα του που στάζει, σκαλοπάτι σκαλοπάτι, μην το πατήσω. Είναι παραταγμένοι στα σκαλοπάτια και μας βαρούν όπου τύχει. Τρώγω μια ξώφαλτση στο πλάι μου και νόμιζα ότι μου ρίξαν κάτω τ’ αυτί μου. Φτάνομε επιτέλους στην κορφή. Εκεί μας περιμένουν κάτι άλλοι με πολιτικά. Μας χωρίζουν, μας παίρνουν τις τσάντες. Μας ερευνούν κάτι αστυνομικίνες. Μια απ’ αυτές τη γνωρίζω γιατί με παρακολουθούσε πέρσι. Μ’ αναγνώρισε κι αυτή, κάπως αλλιώτικα κουνήθηκαν τα ματόφυλλά της. Μας ρίχνουν σ’ ένα κελί που για να χωρέσουμε πρέπει να στεκόμαστε όρθιες. Η πλαϊνή μου φωνάζει ακατάπαυτα μάνα μου τι έπαθα, μάνα μου. Το χέρι της είναι σπασμένο. Το κόκαλο απ’ τον αγκώνα και κάτω διπλώνεται στα δυο. Απ’ τους πόνους έχει παραμορφωθεί το πρόσωπό της. Με πιάνει απελπισία και χτυπώ με τις γροθιές μου την πόρτα του κελιού. Οι άλλες μου λένε να σταματήσω γιατί θα μας δείρουν.

Για πολλές ώρες είχαμε βυθιστεί σε λήθαργο. Μόνο η κοπέλα με το σπασμένο χέρι ακουγόταν που βογγούσε μα κι αυτή άτονα, κουρασμένα. Ακούγαμε ελικόπτερα που πετούσαν. Μετά έρχεται ένας φρουρός, ορμά πάνω μας και μας βαρούσε στην τύχη. Αυτή με το σπασμένο χέρι στριγγλίζει και σκεπάζει τις βρισιές του φρουρού. Πουτάνες, μας λέει, ζει ο Αλλιέντε; Ζει; Πουτάνες, τι κάνατε τρεις μέρες στο μπουρδέλο; Μας δέρνει και μας φωνάζει να πούμε ότι ο λαός είναι μηδέν, ζήτω ο στρατός, ο Αλλιέντε πέθανε. Μας αφήνει και ορμά στο διπλανό κελί.

Στο διάδρομο ακούγονται θόρυβοι. Σαν να περνούν πολλοί μαζί. Στήνομε αυτί και περιμένομε. Ανοίγει η πόρτα και μας παρατάσσουν σε μια μεριά. Να σου αυτός με τ’ αμερικάνικο κούρεμα και μας έβγαλε ένα λογύδριο. Τίποτα δεν άκουα, μόνο τους χτύπους της καρδιάς μου και τ’ αυτιά μου που βούιζαν. Ότι να φύγουμε λέει. Είναι 4 παρά τέταρτο. Στις 4 σταματά η κυκλοφορία. Όποια βρεθεί στο δρόμο μετά τις 4 θα την εκτελέσουν. Εμπρός τώρα, να χαθούμε απ’ τα μάτια του.

Κατεβαίνομε με προσοχή τα σκαλιά, σκέφτομαι τα χέρια της καθαρίστριας που σκούπισε τούτες τις σκάλες απ’ τα πρωινά αίματα. […]

Αποσπάσματα από το βιβλίο της Μάρως Δούκα «Η αρχαία σκουριά», εκδ. Κέδρος 1979

Leave a comment

Your email address will not be published.


*