Με πιάσαν την πρώτη μέρα. Το μεσημέρι στο τμήμα των Αγίων Αναργύρων και μετά στο γήπεδο της ΑΕΚ… ναύσταθμος, οχηματογωγό και κατευθείαν στη Γιούρα

Share on Facebook0Tweet about this on TwitterShare on Google+0

guaros.jpg

συνέντευξη της Ασπασίας Κορμπή στην «απόδραση»

Ήσασταν στην ΕΔΑ και θα θέλαµε να µάθουµε τι επικρατούσε στον αριστερό χώρο δύο χρόνια πριν τη Χούντα. Υπήρχαν φοβίες, ελπίδες, περιµένατε ότι θα γίνει δικτατορία;

Όχι δεν περιµέναµε ότι θα γίνει δικτατορία, όµως υπήρχαν ανωµαλίες, υπήρχε τροµοκρατία, ακόµα και στις συγκεντρώσεις µας κυνηγούσαν. Λίγο πριν την χούντα είχανε πιάσει κάποιους της ΕΔΑ σε κεντρική συγκέντρωση. Το δικαστήριο τους απάλλαξε αλλά ο εισαγγελέας έκανε προσφυγή και τους ξαναδικάσανε. Υπήρχαν δυσκολίες στο κίνηµα, αλλά υπήρχε εφησυχασµός. Περιµέναµε τις εκλογές, νοµίζαµε ότι θα είναι πιο ήρεµα µετά, όχι βέβαια ότι θα γίνει ουσιαστική αλλαγή. Αντί γι’ αυτό ήρθε η δικτατορία.

Εδώ στους Αγίους υπήρχε µια κίνηση, αλλά είχαµε πολύ κόσµο στα συνδικάτα. Στην τοπική οργάνωση ήταν κυρίως οι πιο µεγάλοι. Η ΕΔΑ συσπείρωνε διαφορετικό κόσµο από όλες τις ηλικίες. Βέβαια η τροµοκρατία υπήρχε, ο κόσµος δεν έφευγε, αλλά φοβόταν, σαφώς φοβόταν.

Ποιες ήταν οι πρακτικές τροµοκρατίας που εφάρµοζε το σύστηµα;

Οι προσκλήσεις στην αστυνοµία. Δεν σου έκαναν τίποτε, αλλά σε καλούσαν στην αστυνοµία και σε ρωτούσαν τι είπες σε κείνη τη συνάντηση που ήσαστε, πόσοι ήσαστε, ποιοι ήσαστε. Για τους αποφασισµένους δεν υπήρχε πρόβληµα, ο άλλος κόσµος όµως φοβότανε.

Στη φυλακή ποιο διάστηµα ήσαστε;

Εγώ µπήκα το 1954 και βγήκα το 1963. Ήταν η περίοδος µετά τον εµφύλιο. Ήταν τροµοκρατία, αλλά όχι η τροµοκρατία του εµφυλίου που σε σκοτώνανε, αλλά η τροµοκρατία του να αποφεύγεις να εκδηλώσεις αυτό που είσαι.

Υπήρχε µία συνέχεια από τότε µέχρι και πριν τη δικτατορία;

Παρά το ότι ο Καραµανλής είχε βγάλει κόσµο από τη φυλακή και αυτό είχε δηµιουργήσει µια άνεση, η τροµοκρατία υπήρχε σε όλο της το µεγαλείο.

Μας περιγράφετε τι έγινε την πρώτη µέρα της δικτατορίας;

Δεν ξέρω τίποτε, µε έπιασαν την πρώτη µέρα. Το µεσηµέρι ήµουνα στο τµήµα των Αγίων Αναργύρων, µετά βρέθηκα στη Γιούρα. Από το τµήµα µας πήγαν στο γήπεδο της ΑΕΚ. Τους πιο πολλούς µέσα στα γήπεδα τους µαζέψανε, και στον Ιππόδροµο που σκότωσαν τον Ελις, και από κει, ναύσταθµος, οχηµαταγωγό, και κατευθείαν στη Γιούρα. Τις πρώτες µέρες της δικτατορίας,λοιπόν, εγώ δεν τις έζησα. Από κει βγήκα στους εννιά µήνες, γιατί ήµουνα µωροµάνα, µαζί µε άλλες καµιά δεκαριά µωροµάνες.

Είχατε την εικόνα πριν τη δικτατορία και πώς βρίσκετε την εικόνα µετά από εννιά µήνες;

Ήτανε χειρότερα. Δεν σε καληµερίζαν οι γείτονες από φόβο. Φοβόντουσαν ακόµη και οι δεξιοί. Όταν βγήκα την πρώτη φορά από την φυλακή κάποιοι δεξιοί φίλοι, παλιοί γνωστοί, συµµαθητές ήρθαν και µε υποδέχτηκαν. Όταν βγήκα από τη δικτατορία, δεν ήρθαν ούτε οι δεξιοί.

Η ενόχληση από το κράτος, από την αστυνοµία ποια ήταν;

Η ίδια, σε καλούσαν στην αστυνοµία έτσι για να βλέπουν οι άλλοι. Αποφεύγαµε να έχουµε κοινωνικές συναναστροφές γιατί θα καλούσαν και αυτούς στην αστυνοµία. Δεν πήγαινα επίσκεψη σε σπίτια, γιατί ήξερα ότι άµα πάω τρεις φορές στο σπίτι του Βαγγέλη (ο Βαγγέλης δεν είχε ανάγκη αλλά δεν έχει σηµασία), θα τον καλούσαν κι αυτόν να δουν τι τους είπα στο σπίτι τους.

Κατά τη δικτατορία είχατε επαφές, βλέπατε κάποια οργανωµένη κίνηση, αντίδραση από το χώρο της αριστεράς;

Όχι εγώ δεν είχα, υπήρχαν όµως αντιστάσεις από όσους πρόλαβαν να εξαφανιστούν. Υπήρχαν διωκόµενοι που κρύβονταν όλη την περίοδο της δικτατορίας και το ήξερα.

Πάµε στην αρχή της πτώσης της δικτατορίας, που για µας θεωρείται το Πολυτεχνείο. Πως το είδατε εσείς; Βλέπατε ότι κάτι µπορεί να αλλάξει;

Όχι έξω στην κοινωνία δεν το έβλεπα, αλλά το σφίξιµο του κόσµου έδειχνε ότι κάποτε κάτι θα ξεσπάσει, ιδιαίτερα µετά τη Νοµική η παγωµάρα ήταν ακόµη µεγαλύτερη. Η βουβαµάρα, το να µη µιλάει η νεολαία, να µην υπάρχουν εκδηλώσεις, λες κάπου θα βγει και φυσικά βγαίνει πιο εύκολα εκεί που είναι µαζεµένη η νεολαία. Μετά τη Νοµική πια όλοι τις περιµένανε τις εξελίξεις.

Στο Πολυτεχνείο πήγαν άσχετοι άνθρωποι, να περάσουν έξω από το Πολυτεχνείο να πετάξουν στα παιδιά σοκολάτες. Κόσµος, λαός, άσχετος. Άνθρωποι που έλεγες πότε είχε ξαναδεί αυτός διαδήλωση και πήγαινε στο Πολυτεχνείο και έδινε στα παιδιά ό,τι είχε. Στο Πολυτεχνείο ήτανε µια άλλη συναισθηµατική κατάσταση

Μετά τη δικτατορία άρχισε η µεταπολίτευση, πώς εξελισσόταν η επανένταξη του κόσµου;

Αυτό ήταν πιο εύκολο. Ανεξάρτητα από ποια αλλαγή περίµενε, ο κόσµος βγήκε στους δρόµους να ξεθυµάνει. Τότε υπήρχε µεγάλη συµµετοχή του κόσµου. Με την πτώση της χούντας δεν είχε µείνει κανείς σπίτι, θύµιζε την απελευθέρωση της Αθήνας, το 1944. Οι δρόµοι της Αθήνας ήταν πήχτρα, δεν µπορούσες να περπατήσεις στο δρόµο.

Πώς βλέπατε την ανασυγκρότηση της αριστεράς και του κινήµατος; Ο χώρος του ΠΑΣΟΚ πήρε πολλούς;

Ένα µπάχαλο, δεν ήξερες κατά πού να πας. Το ΠΑΣΟΚ στην αρχή δεν πήρε, µετά όµως, (βέβαια εγώ δεν το βλέπω µόνο πολιτικά, το βλέπω και συναισθηµατικά) ο κόσµος πήγε προς τα κει, ελπίζοντας στην εξουσία. Πίστευε ότι αυτή η αριστερά θα πάρει την εξουσία, η άλλη δεν θα την πάρει. Αυτό το ένστικτο του λαού, του αγράµµατου ανθρώπου είναι πολύ σηµαντικό .

Yπήρξε φόβος από τους παλιούς αριστερούς, µην ξαναέρθει η δικτατορία;

Ήταν και αυτός ο φόβος, αλλά στις πρώτες εκλογές πήρε 13% το ΠΑΣΟΚ. Η αριστερά δεν θυµάµαι πόσο είχε πάρει (σ.σ. 10%), ήτανε µικρά ποσοστά πάντως. Είχε κατέβει η Ένωση Κέντρου µε το Μαύρο (20 %), και πήρε ο Καραµανλής 54%. Συναισθηµατικό ήταν, δεν ξέρω ίσως και το πολιτικό κριτήριο του λαού. «Ο Καραµανλής θα µου διασφαλίσει αυτή τη δηµοκρατία, τη µισή, ενώ αν ψηφίσω ΚΚΕ, και πάρει το ΚΚΕ 54% θα ξαναβγούν στο δρόµο τα τανκς». Λειτούργησε µ’ αυτό το σκεπτικό ο κόσµος τότε.

Σ’αυτή τη φάση δεν είπε και ο Θεοδωράκης το Καραµανλής ή τανκς;

Ο Θεοδωράκης το είπε µετά, γιατί ο Καραµανλής ήρθε τον Ιούλιο του 1974, έκανε τις βουλευτικές εκλογές το Νοέµβριο και το Δεκέµβριο έδιωξε το βασιλιά. Αυτό το έκανε µε πλήρη συνείδηση ο Καραµανλής να διώξει το βασιλιά, του το φύλαγε, δεν το έκανε κατά λάθος.

Μετά ο κόσµος πήγε προς το ΠΑΣΟΚ;

Ό,τι έκανε ο Καραµανλής το έκανε και το ΠΑΣΟΚ, την ίδια οικονοµική πολιτική θα ακολουθήσει σκεφτόταν ο κόσµος. Έλεγε όµως «δεν πειράζει, θα φύγει ο χωροφύλακας από τη γειτονιά µου».

Δεν µπορούσες να του πεις τίποτε και είχε δίκιο. Εµείς είχαµε ένα χωροφύλακα από δω στη γωνία και εκεί έµενε ένας δεξιός και του λέγανε να πάει µέσα και έβριζε µετά, γιατί ήταν καλοκαίρι και ήθελε να κάτσει στο µπαλκόνι. Ο ένας λοιπόν ήταν στη γωνία στο δρόµο από δω και από την άλλη στο χωράφι ήταν ο άλλος, δεν χρειαζόταν να κλειδώσουµε µας φυλάγαν από δυο µεριές. Ο άλλος ο κόσµος δεν το δεχόταν έτσι, έλεγε «δεν µε νοιάζει, αρκεί που έφυγε ο χωροφύλακας από τη γωνία». Γι αυτό σου λέω, λειτουργεί συναισθηµατικά ο κόσµος και πολλές φορές έχει δίκιο.

Η δική µου οικογένεια ήταν δεξιοί και παρόλα αυτά, όταν ήταν να µπω στο πανεπιστήµιο, έκαναν συστάσεις προς τους γονείς και προς εµένα να προσέξω εκεί που θα πάω µη µπλέξω και διάφορα τέτοια. Σε σας µετά τη δικτατορία υπήρχαν παρεµβάσεις της αστυνοµίας;

Εµείς ήµαστε τόσο αποφασισµένοι και τόσο οικογενειακά οργανωµένοι και τόσο παλιοί που δεν τολµούσαν να µας κάνουν τέτοιες υποδείξεις, δηλαδή ήταν οι γονείς στην αντίσταση, ο πατέρας µου πήγε στην Ικαρία, ο αδελφός της µάνας µου ήταν στη Μακρόνησο, εγώ και η µάνα µου ήµασταν φυλακή, ε τι να πουν. Έλεγε όµως στη γειτονιά, µην τους κάνετε πολλή παρέα. Βέβαια δεν το έλεγε µε τον ίδιο τρόπο που το έλεγε πριν, αλλά φρόντιζαν να ενηµερώνουν.

Ήταν τα σταγονίδια. Πέρασαν χρόνια για να σταµατήσουν αυτές οι παρεµβάσεις;

Αυτά θέλουν το χρόνο τους, αλλά είχαν αρχίσει να γίνονται µε διαφορετικό τρόπο και να το δέχεται και ο κόσµος µε διαφορετικό τρόπο. Ο κόσµος δεν σε λογάριαζε πια επειδή φόραγες στολή, µη σου πω ότι σε έβριζε κιόλας. Ποιος τολµούσε να το σκεφτεί αυτό, όχι να το κάνει να το σκεφτεί παλιότερα.

Ένα γεγονός απ’ όλη αυτή την ιστορία που θα θέλατε να µας πείτε, ένα συµπέρασµα, το δικό σας συµπέρασµα;

Δεν έχω, δεν θέλω δεν µου πάνε

Πιστεύετε ότι µε τη µεταπολίτευση και µε την εισδοχή του ΠΑΣΟΚ στην πολιτική ζωή, µπερδεύτηκε το κίνηµα, παραπληροφορήθηκε και άλλαξε η πορεία του, θα µπορούσε να γίνει κάτι άλλο;

Θεωρώ ότι όταν άλλαξαν τα πράγµατα, δεν βρήκαµε εµείς τα πραγµατικά προβλήµατα, τα πραγµατικά επιχειρήµατα, δεν αναπτύξαµε πολιτικές σωστές για να κερδίσουµε, όχι ότι στη δικτατορία θα κερδίζαµε, τίποτε δεν κερδίσαµε, τι προωθήσαµε, ποιες πολιτικές δυνάµεις, ιδέες είχαµε προωθήσει την περίοδο της δικτατορίας; Οι φοιτητές επειδή είναι νεολαίοι βγήκαν, έγινε το Πολυτεχνείο, δεν τους έδωσε κανείς γραµµή, δεν είχε κανένας πολιτικό στόχο στο Πολυτεχνείο. Ύστερα βγήκαν όλοι και κάνουν τον ήρωα. Μπήκαν στο Πολυτεχνείο, αλλά όταν µπήκαν δεν είχαν στόχο και εκ των υστέρων κάποιοι εξαργύρωσαν πολλά πράγµατα. Οι οργανώσεις ήταν πολύ αδύναµες, οι όποιες οργανώσεις, γιατί όλοι είχαν από µια µικρή οργάνωση, ήταν όλες µικρές αδύναµες και χωρίς πολιτική δύναµη.

Πώς µπορεί κάποιος ο οποίος έχει περάσει ξερονήσια, φυλακές, Χούντα, όλες αυτές τις διώξεις, πως µπορεί να δει τη ζωή του στην αριστερά, όταν κάποιοι έχουν εξαργυρώσει;

Πολλοί άνθρωποι το έχουν κάνει αυτό, είναι ένα θέµα αυτό, άλλα δεν είναι το θέµα που καθόρισε την κίνηση της αριστεράς, εκείνο που νοµίζω ότι καθόρισε είναι το πώς προβάλαµε εµείς τις ιδέες µας, µε τι καινούργια στοιχεία, µε τι καινούργιους τρόπους το αναδείξαµε. Στην πολιτική έκφραση είναι που κωλώσαµε και πήγε πίσω, σταµάτησε εκεί που σταµάτησε, έπειτα είσαι πάντα πίσω στις δυνατότητες της προπαγάνδας.

Τώρα άσχετα µε τη δικτατορία, πιστεύετε ότι η αριστερά πρέπει να προβάλλει σαν στόχο την εξουσία στο δηµοκρατικό πολίτευµα;

Να την προβάλλει, γιατί να µη την προβάλλει, το πρόβληµα είναι πως θα την προβάλει µε ποιες καινούργιες ιδέες, µε ποιες καινούργιες δυνάµεις για να πείσεις τον άλλο να σε ακολουθήσει.

Μπαίνει συνήθως το δίληµµα, ένας δρόµος ήταν η συνύπαρξη της αριστεράς µε τη σοσιαλδηµοκρατία, ο οποίος τους οδηγούσε προς το βόλεµα και προς την εξουσία, ο άλλος δρόµος είναι ο πιο καθαρός δεν σε οδηγεί στο βόλεµα, δεν σε οδηγεί στην εξουσία, αλλά σε οδηγεί σε µια κατάσταση που είσαι πάντα αποκοµµένος. Εσείς πως το βλέπετε;

Κάθε φορά που µας έρχεται µια κατραπακιά πρέπει να έχουµε και το χρόνο για να συνέλθουµε. Δεν µπορείς από τη µια πορεία, να περάσεις σε ένα θρίαµβο, χρειάζεται κάποιος χρόνος. Σ’ αυτό το χρόνο όµως δεν έχουµε αναδείξει πολιτικές που να µαρκάρουν τον κόσµο να µας ακολουθήσει. Έχουµε µικρή πολιτική εµβέλεια, µικρή πολιτική έκφραση. Πρέπει να βγεις µε συνθήµατα που να ενθουσιάζουν. Δεν έχεις τέτοια συνθήµατα. Τα προβλήµατα έχουν αλλάξει, δεν µπορείς σήµερα να µιλάς για την εργατική τάξη µε τους όρους και την έννοια που είχε η εργατική τάξη όταν έκανε απεργία η µάνα µου. Η µάνα µου ήταν υφαντουργίνα, η απεργία της δεν έχει καµία σχέση µε τις απεργίες που γίνονται σήµερα. Πώς να πλησιάσεις τον κόσµο τον εργαζόµενο, που αν δεν πάει στην οικοδοµή δεν θα έχει να φάει. Θα µου πεις και τότε δεν είχαµε να φάµε, αλλά ήτανε πιο πολλοί, ήταν αλλιώς. Σήµερα εγώ βλέπω να απεργούν µόνο οι δηµόσιοι υπάλληλοι, αλλά στο τέλος λέµε ότι απεργούν εκ του ασφαλούς. Οι δικές τους απεργίες µε τις απεργίες της µάνας µου δεν έχουν καµία σχέση. Το κόστος, όχι µόνο η διεκδίκηση, γιατί και τις διεκδικήσεις τις αποδέχοµαι ότι είναι σωστές. Το κόστος όµως δεν είναι το ίδιο

Αυτό που ρισκάρει κανείς, ας πούµε στο χώρο της νεολαίας, δεν είναι το ίδιο πράγµα, δεν έχει καµία σχέση µε κείνα τα χρόνια;

Στη νεολαία πάντα τα πράγµατα είναι διαφορετικά. Ρισκάρει η νεολαία. Η νεολαία ίσως καταλαβαίνει, δεν καταλαβαίνει όµως αυτός που πληρώνει τα µαλλιοκέφαλά του στα φροντιστήρια, ότι αυτό µε το άρθρο 16 που πάει να γίνει είναι η κατάργηση της δηµόσιας εκπαίδευσης, πώς να του το πω εγώ να το καταλάβει. Εγώ το κατάλαβα και το κατάλαβαν και τα παιδιά που βγήκαν στο δρόµο, όµως αυτοί σου λένε ότι θα του κάνει και χάρη ο άλλος που θα έρθει µε το ιδιωτικό πανεπιστήµιο. Ε, άσε µας τώρα, ποιος τα πιστεύει; Ο κόσµος που πονάει τα πιστεύει, είναι η κατάργηση της δηµόσιας παιδείας, είναι ολοκάθαρο, αλλά πως θα το καταλάβει ο κόσµος όλος. Αυτό λέω ότι δεν έχουµε τρόπο να το πούµε, δεν βρήκαµε καινούργιους τρόπους να το πούµε. Πρέπει να βρεις τρόπο να τον πείσεις τον άλλο, δεν φτάνει να λες την αλήθεια µόνο. Είναι η αλήθεια δεν τον πείθω όµως τον άλλο.

Δεν είχαµε µιλήσει ποτέ µαζί σας, εµένα προσωπικά είναι χαρά µου για πολλούς λόγους;

Κι εµένα µου φέρνεις πολλά από τη γενιά της κατοχής, γιατί εγώ ήµουνα παιδί, γιατί είµαι λίγο πιο µεγάλη από τον πατέρα σου, αλλά ήµουνα µεγαλούτσικη όταν γινόντουσαν αυτά και ο πατέρας µου µε τον Πανταζή και µικρή που ήµουνα είχα την εικόνα της οικογένειας από κει. Ήµασταν οι από δω και οι από κει, µας χώριζαν οι γραµµές. Βέβαια, εµείς πηγαίναµε στα Κάτω Πατήσια και αυτοί πήγαιναν στον Άγιο Φανούριο, αλλά στα άλλα συναντιόµαστε. Ήτανε η οικογένεια η από δω και η οικογένεια η από κει

Σήµερα δεν υπάρχουν ξερονήσια, αλλά έχουµε άλλους πολέµους;

Σίγουρα έχετε, το πρόβληµα είναι πως τους καταλαβαίνει η γενιά σας τη δική σας τη ζηµιά. Ξέρεις αυτός ο αρραβώνας ο ήπιος, ο µαλακός που σε κόβει λίγο-λίγο είναι πιο δύσκολος, γατί είναι µακρόσυρτος και σε χαλαρώνει, σε παρασύρει σε άλλα πράγµατα. Είναι πιο δύσκολο και σε αρρωσταίνει. Είχα διαβάσει µια σελίδα του Μαρκές στο «100 χρόνια µοναξιά» και εκεί που είχε σε κάποια στιγµή το στρατηγό, έλεγε για τους αγωνιστές που τους σέρνανε µε την αναβολή, και αύριο, και αύριο. Το παίρνω και το πάω στον άντρα µου και του το δίνω και κούναγε το κεφάλι του. Μου λέει πού µας ξέρει, σαν να µίλαγε για µας, µια σελίδα ήτανε. Δεν την έχω ξεχάσει αυτή τη σελίδα. Ο οποίος έλεγε ότι τους αγωνιστές που ακολουθούσαν το στρατηγό, δεν θυµάµαι όλο το βιβλίο. Από αναβολή σε αναβολή, περνούσες έξω από το υπουργείο και έλα αύριο, και ξαναπέρνα, έτσι το περιέγραφε. Αυτό σε εξοντώνει, αυτή η καθηµερινότητα.

Leave a comment

Your email address will not be published.


*